ἀργινόεις

ἀργινόεις
ἀργῑνόεις ,
1 gleaming white ἐν ἀργινόεντι μαστῷ (codd.: ἀργεννόεντι Schr.) P. 4.8 ]

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αργινόεις — ἀργινόεις ( εντός), εσσα, εν (Α) ο αστραφτερός, ο λευκός, αυτός που ασπρίζει από μακριά. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. αργινόεις, από τον οποίο προήλθε το όνομα των νησιών Αργινούσ (σ)αι, αποτελεί πιθ. μετρική παρέκταση ενός υποθετικού τ. *αργινός < αργι *… …   Dictionary of Greek

  • ἀργινόεις — bright shining masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργινόεντα — ἀργινόεις bright shining neut nom/voc/acc pl ἀργινόεις bright shining masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργινόεντες — ἀργινόεις bright shining masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργινόεντι — ἀργινόεις bright shining masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργινόεντος — ἀργινόεις bright shining masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργινόεσσα — ἀργινόεις bright shining fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀργινόεσσαν — ἀργινόεις bright shining fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλγινόεις — ἀλγινόεις, εσσα, εν (Α) 1. αλγεινός, οδυνηρός 2. οικτρός, θλιβερός, άθλιος, δυστυχής 3. επίμοχθος, κοπιαστικός, οχληρός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄλγος λ. ποιητική που πλάστηκε για λόγους μετρικούς, πιθ. αναλογικά προς το επίθ. ἀργινόεις*] …   Dictionary of Greek

  • ar(e)-ĝ- (arĝ-?), r̥ĝi- (*her-(e)-ĝ-) —     ar(e) ĝ (arĝ ?), r̥ĝi (*her (e) ĝ )     English meaning: glittering, white, fast     Deutsche Übersetzung: “glänzend, weißlich”     Note: O.Ind. r̥ji pyá “ darting along “ epithet of the bird syená (“eagle, falcon”), Av. ǝrǝzi fya (cf. Gk …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”